Aug 222010
 

Η πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού του Ισραήλ στην Αθήνα χαιρετίστηκε από πολλούς (αλλά και κατηγορήθηκε από άλλους) πως σηματοδοτεί μια «νέα εποχή» συνεργασίας μεταξύ Αθήνας και Τελ Αβίβ. Παρά την έντονα επικριτική μας στάση σε πολλές δηλώσεις και επιλογές του πρωθυπουργού του Ισραήλ όσον αφορά το παλαιστινιακό ζήτημα, η προσέγγιση Ελλάδας-Ισραήλ είναι μια αισιόδοξη και καλοδεχούμενη εξέλιξη, σε πολλά επίπεδα.

Όσον αφορά τη σταθερότητα στην περιοχή, ουδέποτε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως στο επίπεδο των ρητών διακηρύξεων, το μόνο κράτος της περιοχής του οποίου αμφισβητείται αυτή καθ’ εαυτή η ύπαρξή του, δεν είναι άλλο από το Ισραήλ. Όπως ανερυθρίαστα διαλαλούν σε όλους τους τόνους πολλά ακραία αραβικά ή ισλαμικά καθεστώτα, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός και μεγάλο μέρος του παλαιστινιακού πολιτικού κόσμου, στόχος τους είναι η «εξαφάνιση του Ισραήλ» και των εβραίων από τη Μέση Ανατολή. Αντιστρόφως, όλες οι σοβαρές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του Ισραήλ αποδέχονται την αρχή της συνύπαρξης Παλαιστινίων και Ισραηλινών, σε δύο γειτνιάζουσες κρατικές οντότητες («λύση δύο κρατών»).

 

Από την άποψη αυτή, η αποκατάσταση φυσιολογικών σχέσεων και πολυεπίπεδης συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ θα συμβάλει στην εξομάλυνση της κατάστασης σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή: από τη μια θα καταδείξει στον αραβικό κόσμο τον ακραίο χαρακτήρα της πολιτικής της «μη αναγνώρισης» του Ισραήλ, που την αποδοκιμάζουν και την απορρίπτουν έμπρακτα ακόμα και προνομιακοί συνομιλητές των Αράβων, σαν την Ελλάδα. Από την άλλη όμως, η εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ αποτελεί αυτονόητη δημοκρατική και ανθρωπιστική υποχρέωση, ιδίως όταν οι έξαλλες αντι-ισραηλινές προσεγγίσεις του μεσανατολικού προβλήματος, μετά δυσκολίας υποκρύπτουν μια ρατσιστική-αντισημιτική διάθεση, από την οποία η γηραιά ήπειρος, και μάλιστα η νοτιοανατολική Ευρώπη δυσκολεύονται να απαλλαγούν, παρά την οδυνηρή και πρόσφατη εμπειρία του ολοκαυτώματος, που συνεχίζει να αποτελεί ανεξίτηλο μελανό σημείο στον πολιτισμό μας.

 

Η βελτίωση όμως των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων θα είναι ευεργετική και για τη διεθνή αναβάθμιση της θέσης της χώρας μας. Η Ελλάδα και οι Έλληνες διαθέτουμε ιστορικές σχέσεις με τους ‘Αραβες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Οι σχέσεις αυτές χρονολογούνται σε δεκαετίες και σε αιώνες, για να μην πούμε και περισσότερο! Αγκαλιάζουν δε όχι μόνο την πολιτική, αλλά και τον πολιτισμό, τη θρησκευτική και ιστορική συνείδηση, την οικονομία… Θα ήταν αφελές να θεωρεί ο οποιοσδήποτε πως η αυτονόητη θέση της Ελλάδας ως προνομιακού συνομιλητή των Αράβων θα μπορούσε να απειληθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο από κινήσεις τρέχουσας πολιτικής, όπως π.χ. την προσέγγιση Αθήνας-Τελ Αβίβ. Η προσέγγιση αυτή όμως, καθιστά αυτομάτως την Ελλάδα σημαντικό διαμεσολαβητή στη μεσανατολική διαμάχη και τα πολύπλοκα παίγνια της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Πράγμα που με τη σειρά του αναβαθμίζει συνολικά τη διεθνή θέση της χώρας μας και εντός των διεθνών οντοτήτων της δύσης, στις οποίες παραδοσιακά συμμετέχει (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΟΑΣΕ κ.ο.κ).

Όσον αφορά την αξιοπιστία και την επιρροή των εκδηλώσεων συμπαράστασης του ελληνικού λαού προς το χειμαζόμενο παλαιστινιακό λαό και το δίκαιο αγώνα του για εθνική αποκατάσταση αλλά και των απολύτως δικαιολογημένων διαμαρτυριών μας για τις αδικαιολόγητες πράξεις ωμής βίας, τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, τις προκλήσεις ανθρωπιστικών καταστροφών και τις επιδείξεις δύναμης στις οποίες αρέσκεται ο ισραηλινός μιλιταρισμός, η αποκατάσταση φυσιολογικών σχέσεων μεταξύ Αθήνας και Τελ Αβίβ θα προσέδιδε στις εκδηλώσεις μας αυτές μεγαλύτερη επιρροή και αξιοπιστία, στο ίδιο το Ισραήλ αλλά και στις διεθνείς δυνάμεις που αναμειγνύονται έντονα στις προσπάθειες επίλυσης της κρίσης («κουαρτέτο» κ.λπ).

Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ανήκουμε σε εκείνους που με επιμονή τονίζουμε τη συνεργατική πλευρά τους. Υπογραμμίζουμε με επιμονή την ανάγκη οι σχέσεις αυτές να κινούνται στο χώρο του διαλόγου, της συνεργασίας, της διεθνούς επιδιαιτησίας κ.ο.κ. Θεωρούμε εξάλλου πως σε ολόκληρη την περιοχή μας, μόνο η συνεργασία μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη των απαραίτητων κινημάτων και των πολιτικών πρωτοβουλιών που θα κατορθώσουν να αποκρούσουν τις μεγάλες, ιστορικής τάξεως, περιβαλλοντικές απειλές που σκιάζουν σήμερα τη Μεσόγειο, και που αφορούν κυρίως το ζήτημα της ενέργειας, είτε από την άποψη της συνεχιζόμενης εξάρτησης του κυρίαρχου μοντέλου ανάπτυξης από τα ορυκτά καύσιμα (αγωγοί, τάνκερ, εξόρυξη πετρελαίου από τον Κόλπο της Σύρτης), είτε από την άποψη της ανάπτυξης (θα τολμούσαμε να πούμε «σαν μανιτάρια») των πυρηνικών αντιδραστήρων στην περιοχή μας.

 

Τούτων λεχθέντων, ασφαλώς και αντιλαμβανόμαστε πως ο δρόμος του διαλόγου διαθέτει και την ανταγωνιστική του πλευρά. Το διάλογο τον εγγυάται αποτελεσματικότερα η ισορροπία στο συσχετισμό δύναμης μεταξύ των ενδιαφερομένων, που στην περίπτωση της Ελλάδας και της Τουρκίας το τελευταίο διάστημα έχει διαταραχθεί σοβαρά, λόγω της βελτίωσης της κατάστασης της τουρκικής οικονομίας (σε αντίστιξη με τη δική μας ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική κατάσταση), αλλά και της επίμονης καλλιέργειας εκ μέρους της ‘Αγκυρας της προσπάθειας να αναδειχθεί ως η κύρια ισλαμική περιφερειακή δύναμη. Οπότε και από την άποψη της ειρηνικής διευθέτησης της ελληνοτουρκικής σχέσης, η προσέγγιση Ελλάδας-Ισραήλ προσφέρει στη χώρα μας πολύτιμα πλεονεκτήματα, εξαιρετικά δυσεύρετα μάλιστα στη σημερινή δύσκολη συγκυρία.

 

Συμπερασματικά, σαν Έλληνες και Ευρωπαίοι πολίτες, σαν δημοκράτες και ειρηνιστές, σαν μέλη των «οικολόγων-πράσινων» (ΟΠ), όχι απλά χαιρετίζουμε την πρόσφατη απόπειρα για ενίσχυση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, αλλά δηλώνουμε πως θα προσπαθήσουμε να συμβάλουμε στην ενδυνάμωσή της. Όλες οι υποθέσεις που υπηρετούμε, μόνο να κερδίσουν έχουν από την προσέγγιση αυτή.

Αλέξανδρος Αποστόλου, Μελίττα Γκουρτσογιάννη, Παναγιώτης Μίχας, Νίκος Μυλωνάς, Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Νίκος Ράπτης