Oct 222012
 

Το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Σύμφωνο στοχεύει στο συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών της ΟΝΕ ώστε να εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμα η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών τους. Η ύπαρξη ενός τέτοιου Συμφώνου κινείται στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ενώ το συγκεκριμένο θεωρούμε ότι, παρά τα  προβλήματά του, αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου σε σχέση με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Στη συνέχεια παρουσιάζουμε την άποψή μας για ορισμένα σημαντικά θέματα που περιλαμβάνονται στο Σύμφωνο. Για κάποια από αυτά θεωρούμε τις ρυθμίσεις θετικές και για κάποια άλλα αρνητικές, κάτι που θα φανεί από τη σύντομη ανάλυση που ακολουθεί.

  • Πολύ σημαντικό σημείο του Συμφώνου αποτελεί η διάκριση που γίνεται ανάμεσα στο Δομικό / Διαρθρωτικό έλλειμμα και στο Κυκλικό και το Συνολικό έλλειμμα, για τα οποία τίθενται ξεχωριστοί στόχοι και όρια. Το δομικό έλλειμμα είναι αυτό που οφείλεται στη δομή της οικονομίας κάθε κράτους – μέλους, ενώ το κυκλικό στην τρέχουσα φάση της οικονομίας, αποτυπώνοντας το αν βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης ή ύφεσης. Στην πράξη, η διάκριση δεν είναι εύκολη και εμπεριέχει μια σειρά παραδοχών για την εκτίμηση ενός υποθετικού μεγέθους με αποτέλεσμα διαφορετικοί οργανισμοί να δίνουν διαφορετικό επιμερισμό του ελλείμματος. Επομένως θα χρειαστεί μέσω της EUROSTAT να θεσπιστεί συγκεκριμένη μέθοδος υπολογισμού του δομικού ελλείμματος. Παραμένει όμως ένα εξαιρετικά χρήσιμο μέγεθος. Για παράδειγμα η εκτίμηση του ΟΑΣΑ είναι ότι η Ελλάδα θα έχει μηδενικό δομικό έλλειμμα το 2013. Τυχόν επίσημη αποδοχή αυτής της εκτίμησης θα επέβαλε ένα διαφορετικό πακέτο μέτρων επικεντρωμένο λιγότερο σε περαιτέρω υφεσιακά δημοσιονομικά μέτρα και περισσότερο σε αναπτυξιακά.
  • Το Σύμφωνο, θέτοντας όρια για το Δομικό και για το Συνολικό έλλειμμα, περιορίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να λειτουργούν με ελλείμματα και αντίστοιχα την πιθανότητα να συσσωρεύουν χρέη μέσω του δανεισμού. Τα υπέρογκα δημόσια χρέη καταλήγουν αργά ή γρήγορα σε βίαιη λιτότητα, όπως μάθαμε με οδυνηρό τρόπο τα τρία τελευταία χρόνια. Το κοινωνικό κράτος καταρρέει και τα πρώτα θύματα είναι οι ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες και οι νέοι, που βλέπουν τη ζωή τους να διαγράφεται ζοφερή, χωρίς καν να έχουν μετάσχει στο “πάρτυ” που προηγήθηκε. Η δέσμευση σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, τουλάχιστον ως προς το δομικό τους κομμάτι, είναι ένα σημαντικό στοιχείο για την προάσπιση της διαγενεακής δικαιοσύνης, που αποτελεί ζήτημα αιχμής για το χώρο της πολιτικής οικολογίας.
  • Ενώ το όριο του 0,5-1% για το δομικό έλλειμμα κρίνεται σωστό ως τάξη μεγέθους, το όριο του 3% για το συνολικό έλλειμμα, απομεινάρι της Συνθήκης του Μάαστριχτ, είναι αποδεδειγμένα ανέφικτο και υπερβολικά περιοριστικό για την οικονομική πολιτική κάθε κράτους – μέλους, ειδικά σε περιόδους ύφεσης όπως η σημερινή. Παρόλο που το ίδιο το Σύμφωνο δεν επιβάλει συγκεκριμένες πολιτικές, αυτού του είδους οι περιορισμοί,  σε συνδυασμό με την έλλειψη περαιτέρω βημάτων οικονομικής ενοποίησης (όπως η κοινή νομισματική πολιτική και ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός με δυνατότητα μεταβιβάσεων), οδηγούν στον τύπο της λιτότητας που βιώνει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και το “υφεσιακό σπιράλ”.
  • Το Σύμφωνο περιορίζει το ρόλο της ευρωβουλής εισάγοντας αυτόματους και δικαστικούς μηχανισμούς σε περιπτώσεις υπερβάσεων. Τέτοιοι μηχανισμοί εκ πρώτης όψεως παραπέμπουν σε “δημοκρατικό έλλειμμα”. Φαίνεται όμως να είναι απαραίτητοι για να ξεπεραστεί η τάση των εκλεγμένων θεσμικών εκπροσώπων να ασκούν λαϊκίστικες πολιτικές μετακυλώντας τα βάρη στους επόμενους. Ας μην ξεχνάμε πως ο αυτοπεριορισμός (π.χ. μέσω συνταγματικών προβλέψεων) συνιστά θεμελιώδες χαρακτηριστικό όλων ανεξαιρέτως των δημοκρατικών καθεστώτων.
  • Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα του Συμφώνου, δε συνδέεται τόσο με τους περιορισμούς που θέτει όσο με το γεγονός ότι οι όροι “ύφεση” και “ανάπτυξη” εξακολουθούν να συνδέονται μόνο με την οικονομική μεγέθυνση, δηλαδή την οικονομική δραστηριότητα. Το πρόβλημα αυτό δεν συνδέεται άμεσα με το ίδιο Σύμφωνο, όσο με τον τρόπο μέτρησης του ΑΕΠ. Ως γνωστόν ο δείκτης αυτός έχει καταλήξει να θεωρείται ως αντιπροσωπευτικός της συνολικής κοινωνικής ανάπτυξης και ευημερίας και αποτελεί τη βάση για τη χάραξη πολιτικής. Στη πραγματικότητα όμως εκφράζει αποκλειστικά την οικονομική δραστηριότητα ενώ δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη περιβαλλοντικές και κοινωνικές παραμέτρους, ουσιαστικές για την ποιότητα της ζωής και την ευημερία της κοινωνίας

Στη σημερινή κρίσιμη συγκυρία η Ευρώπη καλείται να επιλέξει μεταξύ της διάλυσης και της περαιτέρω ενοποίησης. Το Σύμφωνο μπορεί να απέχει πολύ από το φεντεραλιστικό όραμα, αλλά παραμένει μια επιλογή στην κατεύθυνση αυτή και βάση για να πάμε παραπέρα. Σε αυτή την κατεύθυνση ο ρόλος της πολιτικής οικολογίας μπορεί να είναι καθοριστικός. Πιο συγκεκριμένα προτείνουμε:

  1. Να υποστηριχτεί και να ενισχυθεί η πρωτοβουλία που έχει πάρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για νέους τρόπους μέτρησης της ανάπτυξης, πέρα από το ΑΕΠ. Η αντικατάσταση του ΑΕΠ ως εργαλείου χάραξης πολιτικής, με έναν δείκτη που θα ενσωματώνει την περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση, δηλαδή θα έχει αναφορές στη βιώσιμη ανάπτυξη και όχι στην οικονομική μεγέθυνση, δίνει ελπίδες για μια συνολική αλλαγή των πολιτικών, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.
  2. Να επιδιωχτεί, εκτός από τον περιορισμό των ελλειμμάτων, και ο περιορισμός του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της κάθε χώρας. Αν και σε γενικές γραμμές η αύξηση του ΑΕΠ συνοδεύεται από αύξηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, υπάρχουν περιπτώσεις χωρών με ψηλό ΑΕΠ και σχετικά χαμηλό αποτύπωμα. Αντίθετο παράδειγμα αποτελεί φυσικά η Ελλάδα, που μέσα από την ξέφρενη κατανάλωση δανεικών κατά την προ-κρίσης εποχή, κατάφερε να πετύχει μια από τις χειρότερες επιδόσεις αποτυπώματος παγκοσμίως. Μόνο αν αξιοποιήσουμε θετικά τα μαθήματα της παρούσας οικονομικής κρίσης, θα μπορέσουμε να βάλουμε τα θεμέλια για την απαρχή ενός νέου τύπου ανάπτυξης, που δεν θα στοχεύει απλά στην οικονομική μεγέθυνση αλλά στην ευημερία των πολιτών.