Aug 242012
 

Η πρόταση όμως του Νίκου Ράπτη για να αποδώσει χρειάζεται πολύ περισσότερο από αυτά τα δύο χρόνια. Η σχετική εμπειρία υπάρχει. Ακόμα και μια εκλογική επιτυχία το 2014 δεν θα οδηγήσει εύκολα στη δημιουργία ενός πολιτικού μορφώματος της μίας ή της άλλης μορφής. Ακόμα περισσότερο, δεν θα οδηγήσει σε ένα κόμμα (ή μια ευρύτερη συλλογικότητα) απαλλαγμένο από τα προβλήματα των ΟΠ. Ίσως μάλιστα συμβεί το αντίθετο: οι πολύ αξιόλογοι άνθρωποι που αναφέρει, σε αρκετές περιπτώσεις έχουν ακολουθήσει έναν πιο μοναχικό ή λιγότερο συλλογικό τρόπο δράσης. Και είναι πολύ αποτελεσματικοί με αυτό τον τρόπο. Η προσπάθεια να ενταχθούν σε μια (κομματική ή άλλη) συλλογικότητα, εύκολα θα οδηγήσει σε απογοητεύσεις και αναποτελεσματικότητα.

Το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Νίκου Ράπτημετά τους οικολόγους πράσινους») ανοίγει ξανά από μια διαφορετική και πιο ενδιαφέρουσα οπτική τη συζήτηση για το μέλλον της πολιτικής οικολογίας στη χώρα μας.

Η πορεία της πολιτικής οικολογίας έχει μάλλον πολύ μεγαλύτερη σημασία από τα ποσοστά που κατέγραψαν οι ΟΠ στις εκλογικές αναμετρήσεις που μετείχαν μέχρι σήμερα0. Είναι μια πολιτική τάση που στρέφει ή μπορεί να σπρώξει και να στρέψει όλο το πολιτικό σύστημα προς πολιτικές βιωσιμότητας, προς ριζοσπαστικότερες και πιο φιλελεύθερες επιλογές στο επίπεδο των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των συνταγματικών ρυθμίσεων, προς την επιδίωξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Τα εκλογικά αποτελέσματα (από το 2.93% των εκλογών του Μαΐου, που οριακά δεν επέτρεψε την εκλογή βουλευτών, έως το απογοητευτικό 0.88% των εκλογών του Ιουνίου) είναι εύκολο να απογοητεύσουν τους ανθρώπους που μπορούν να συμβάλλουν σε αυτή την προσπάθεια και να τους οδηγήσουν είτε σε περιθωριοποίηση και εσωστρέφεια, είτε σε ιδιώτευση. Όμως η ακύρωση αυτής της προσπάθειας δεν θα έχει συνέπειες μόνο για τους ίδιους, θα έχει σημαντικές συνέπειες για τη χώρα και κυρίως για τους «χαμένους της μεταπολίτευσης».

Σε αυτό το πλαίσιο -και σε σχέση με τις προτάσεις του Νίκου– αναφέρω πολύ συνοπτικά τρεις θέσεις που περιγράφουν την άποψή μου:

Θέση πρώτη: η περιθωριοποίηση των ΟΠ δεν οφείλεται σε αντικειμενικές δυσκολίες. Αντικειμενικές δυσκολίες φυσικά και υπήρχαν. Όμως υπήρξαν και πολλές συγκυριακές δυνατότητες. Ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, αποδεσμευμένο (θέλοντας και μη!) από τις προηγούμενες κομματικές δεσμεύσεις του, αναζήτησε τα τελευταία χρόνια διαφορετικές επιλογές. Η οικολογική πρόταση ακούγονταν ευχάριστα, τα περιβαλλοντικά ζητήματα ήταν παρόντα στην επικαιρότητα και η σχετική επιλογή δεν είχε μεγάλο κόστος. Τα στελέχη των «οικολόγων πράσινων» (ΟΠ), χωρίς μεγάλη πολιτική εμπειρία, κλήθηκαν να υπηρετήσουν προσδοκίες μεγαλύτερες από αυτές που άντεχαν. Πολλοί φαντάστηκαν ότι οι ΟΠ θα κατοχυρώσουν (ή ήδη έχουν κατοχυρώσει) σημαντικό ρόλο στο πολιτικό παιχνίδι απλά και μόνο επειδή είναι οικολόγοι και συνδέονται με το «ευρωπαϊκό πράσινο κόμμα» (ΕΠΚ) ή επειδή έχουν επεξεργαστεί σημαντικές προτάσεις σε ορισμένα θέματα. Δεν κατάλαβαν (δεν καταλάβαμε) πως ήταν επείγουσα μια διαφορετική στρατηγική ανάπτυξης, πολύ κουραστική αλλά αναγκαία.

  • Ποιες κοινωνικές ομάδες μπορούν να εκπροσωπηθούν από την πολιτική οικολογία;
  • Ποιες κοινωνικές ομάδες πρέπει οι ΟΠ να επιδιώξουν να εκφράσουν;
  • Πώς θα δημιουργήσουν δεσμούς με αυτές τις ομάδες;
  • Πώς θα κάνουν πολιτική μέσα στην κοινωνία εξυπηρετώντας τις οπτικές και τις επιδιώξεις αυτών των ομάδων;

Με άλλα λόγια, οι ΟΠ δεν επέμειναν στην ανάγκη εύρεσης των κοινωνικών αναφορών τους, στην αποσαφήνιση της φυσιογνωμίας τους και στην επιλογή της πολιτικής στρατηγικής τους. Θεώρησαν πως αυτά μπορούν να προσπεραστούν και η κοινωνική εύνοια ή η συγκυρία (που στην αρχή εκφράστηκε με ελπιδοφόρα εκλογικά ποσοστά για νέο κόμμα) να τους καθιερώσει στην κεντρική πολιτική σκηνή. Η συγκυρία όμως άλλαξε…

Θέση δεύτερη: η αναζήτηση των κοινωνικών αναφορών. Ο ΝΡ κάνει σχετικές προτάσεις: «η πολιτική οικολογία… μπορεί «γενετικά» να εκφράσει τους “χαμένους της μεταπολίτευσης” ήτοι τις γυναίκες και τα παιδιά, τους νέους, το περιβάλλον, τα δημόσια αγαθά, τα δηλωμένα εισοδήματα» ή ακόμα και «μορφωμένα, νεανικά, μεσαία στρώματα των πόλεων που τοποθετούνται με αποφασιστικό τρόπο ενάντια στο μεταπολιτευτικό σύστημα». Αυτές οι περιγραφές είναι πολύ ευρείες. Ταιριάζουν σήμερα περισσότερο σε ένα συνασπισμό εξουσίας ή σε ένα ευρύ κόμμα του νέου κέντρου, στο οποίο η πολιτική οικολογία θα υπάρχει ως μια τάση του. Από μια άλλη οπτική δίνουν την κατεύθυνση στην οποία θα πρέπει να αναζητήσει συμμαχίες ένα κόμμα της πολιτικής οικολογίας.

Όμως οι κοινωνικές αναφορές της πολιτικής οικολογίας είναι αρκετά δυσκολότερο να προσδιοριστούν και μάλλον πρέπει να είναι πιο συγκεκριμένες. Ας δούμε το θέμα με ένα διαφορετικό τρόπο: ας ξεκινήσουμε προσπαθώντας να «μαντέψουμε» το προφίλ των ψηφοφόρων που επέλεξαν τους ΟΠ στη δύσκολη συγκυρία των εκλογών του τελευταίου Ιουνίου (αυτή η επιλογή γίνεται ώστε να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη σαφήνεια ο «σκληρός πυρήνας» των ψηφοφόρων αυτού του κόμματος). Κατά την εκτίμησή μου (με την πολύ σχετική φυσικά αξία που μπορεί να έχει κάτι τέτοιο, όταν δηλαδή μας λείπει μια σχετική μελέτη), πρόκειται για ανθρώπους μεταξύ των άλλων:

  • με ιδιαίτερη ευαισθησία στα περιβαλλοντικά προβλήματα,
  • με ιδιαίτερη ευαισθησία στα προβλήματα που γεννάει η κλιματική αλλαγή και με πρόθεση να κάνουν κάτι για να περιοριστούν, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο,
  • με φιλοευρωπαϊκή διάθεση,
  • με ιδιαίτερη ευαισθησία για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την υπεράσπιση της διαφορετικότητας,
  • με μεγάλο ενδιαφέρον για θεσμούς που διευρύνουν τη δημοκρατία,
  • με μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το τι παράγεται και με ποιο τρόπο παράγεται και μικρότερο για το ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής,
  • όχι κρατιστές και όχι νεοφιλελεύθεροι,
  • υπέρ μιας πιο λιτής καθημερινότητας που θα επικεντρώνεται στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα χωρίς να γίνεται κατασπατάληση πόρων,
  • υπέρ μιας διαφορετικής σχέσης με τη διατροφή και υπέρ των βιολογικών προϊόντων και
  • με μεγάλο ενδιαφέρον για καθημερινή δράση μέσα στην κοινωνία σε μια προσπάθεια εδώ και τώρα να επιτευχθούν βελτιώσεις στην καθημερινότητα.

Πώς μπορούν να συνοψιστούν αυτά; Ενδιαφέρον για τη βιωσιμότητα σε πλανητικό επίπεδο (και άρα στο επίκεντρο η κλιματική αλλαγή και ο περιορισμός των συνεπειών της), ανθρώπινα δικαιώματα, διεύρυνση της δημοκρατίας, επιδίωξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δράση συλλογική αλλά και ατομική για βελτιώσεις στην καθημερινότητα εδώ και τώρα.

Ποια συμπεράσματα προκύπτουν από αυτή τη συνοπτική περιγραφή; Ότι αυτές οι ομάδες ανθρώπων αναζητούν ή δημιουργούν συλλογικότητες που επιτρέπουν τη δράση με άμεση συμμετοχή τους στις γειτονιές τους ή τους χώρους που δραστηριοποιούνται. Θέτουν στο επίκεντρο κάτι ευρύτερο από το συμφέρον κάποιων κοινωνικών ομάδων: τη βιωσιμότητα σε πλανητικό επίπεδο, κάτι που σήμερα κυρίως σημαίνει τον περιορισμό των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής. Δεν αποτελούν δηλαδή τον παραδοσιακό ψηφοφόρο ενός κεντρώου κόμματος. Ταυτόχρονα είναι κοινωνικά φιλελεύθεροι ή ριζοσπαστικοποιημένοι και τους ενδιαφέρει ένα τέτοιο πολιτικό στίγμα. Ποιες κοινωνικές ομάδες εν τέλει μπορεί να έχουν συμφέρον να ενισχύσουν ένα κόμμα με αυτό το στίγμα;

Κατά τη γνώμη μου οι παραδοσιακές κοινωνικές αναλύσεις δεν μπορούν να προσδιορίσουν αυτές τις ομάδες ή, πιο απλά, δεν υπάρχουν τέτοιες κοινωνικές ομάδες. Φαίνεται όμως πως αυτά τα χαρακτηριστικά συναντώνται περισσότερο ανάμεσα σε ανθρώπους με υψηλότερη μόρφωση (τυπική ή άτυπη) και με διάθεση για προσωπική δράση. Αν είναι έτσι τα πράγματα, αυτή η πρώτη προσπάθεια προσδιορισμού δείχνει ότι οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να βρεθούν κυρίως στους χώρους της εκπαίδευσης, στις ομάδες πρωτοβουλίας που δραστηριοποιούνται γύρω από τοπικά προβλήματα, στις ομάδες που δραστηριοποιούνται γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προάσπιση της διαφορετικότητας, σε όσους εργάζονται κυρίως όχι ως υπάλληλοι και άρα και στους νέους αγρότες.

Θέση τρίτη: «τόσος χρόνος απλά δεν υπάρχει». Έχει δίκιο ο ΝΡ. Δεν μπορούμε να περιμένουμε δέκα χρόνια για να ανασυσταθεί ή να αναδιοργανωθεί ο χώρος της πολιτικής οικολογίας, αν πρέπει να παίξει το ρόλο που προαναφέρθηκε. Δεν έχουμε όμως το χρόνο ούτε μέχρι τις ευρωεκλογές του 2014. Μας χωρίζουν από αυτές κάτι λιγότερο από δύο χρόνια. Για παράδειγμα, απ’ ότι φαίνεται, το αν θα παραμείνουμε ή όχι στην ευρωζώνη, το ποια μορφή θα πάρει η ευρωζώνη και η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), σε μεγάλο βαθμό θα έχουν κριθεί νωρίτερα. Το αναπτυξιακό μοντέλο για τη χώρα, οι κρίσιμες αποφάσεις, σε μεγάλο βαθμό θα έχουν παρθεί.

Η πρόταση όμως του ΝΡ για να αποδώσει χρειάζεται πολύ περισσότερο από αυτά τα δύο χρόνια. Η σχετική εμπειρία υπάρχει. Ακόμα και μια εκλογική επιτυχία το 2014 δεν θα οδηγήσει εύκολα στη δημιουργία ενός πολιτικού μορφώματος της μίας ή της άλλης μορφής. Ακόμα περισσότερο, δεν θα οδηγήσει σε ένα κόμμα (ή μια ευρύτερη συλλογικότητα) απαλλαγμένο από τα προβλήματα των ΟΠ. Ίσως μάλιστα συμβεί το αντίθετο: οι πολύ αξιόλογοι άνθρωποι που αναφέρει, σε αρκετές περιπτώσεις έχουν ακολουθήσει έναν πιο μοναχικό ή λιγότερο συλλογικό τρόπο δράσης. Και είναι πολύ αποτελεσματικοί με αυτό τον τρόπο. Η προσπάθεια να ενταχθούν σε μια (κομματική ή άλλη) συλλογικότητα, εύκολα θα οδηγήσει σε απογοητεύσεις και αναποτελεσματικότητα.

Κατά τη γνώμη μου, αν θεωρήσουμε ότι μπορεί σήμερα να υπάρχει αυτόνομη πολιτική έκφραση της πολιτικής οικολογίας, θα πρέπει να ακολουθήσουμε τον οδυνηρό δρόμο του άμεσου μετασχηματισμού των ΟΠ. Ο μετασχηματισμός αυτός θα πρέπει να επιτρέψει άμεσα στους ΟΠ:

  • να προσδιορίσουν συλλογικά τις κοινωνικές αναφορές τους και να ξεκινήσουν την οικοδόμηση ισχυρών δεσμών με αυτές
  • να αυτονομήσουν πλήρως την πολιτική τους φυσιογνωμία από την αριστερά (φυσικά και από τη δεξιά).
  • να εντείνουν τη συνεισφορά τους στις ομάδες πρωτοβουλίας που προαναφέρθηκαν
  • να εντείνουν τη συνεισφορά τους στις δημοτικές και περιφερειακές κινήσεις
  • να δημιουργήσουν θεσμικούς τρόπους σύνδεσης με ανθρώπους και ομάδες που αναφέρει ο ΝΡ, σεβόμενοι τις διαφορετικές τους πορείες και πολιτικές παραδόσεις. Μαζί με αυτούς και με τη βοήθεια του «πράσινου ινστιτούτου» να βελτιώσουν τις πολιτικές επεξεργασίες τους για τα επί μέρους θέματα.

Αυτές οι επιδιώξεις-προτεραιότητες μπορούν να έχουν άμεσα αποτελέσματα. Μπορούν άμεσα να μετασχηματίσουν με τέτοιο τρόπο τους ΟΠ ώστε να δώσουν δυνατότητες παρέμβασης στα τρέχοντα κρίσιμα ζητήματα με ισχύ πολύ μεγαλύτερη από αυτή που δείχνουν τα εκλογικά αποτελέσματα. Αν κατά το συνέδριο των ΟΠ του ερχόμενου Οκτωβρίου η συζήτηση και τα ζητούμενα μετακινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, υπάρχει ακόμα ελπίδα!